Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Lou: lost fish - part 0


Τον περισσότερο καιρό, δεν έχουμε τίποτα αληθινά ευχάριστο να πούμε μεταξύ μας. Πολύ αργότερα συνηθίζουμε στο σκοτάδι και μένουμε σχεδόν βουβοί. Σχεδόν, εκτός από τα απαραίτητα, βουβοί. Τι θα φάμε, τι θα πιούμε, πως θα περάσουμε ευχάριστα κλεμμένες στιγμούλες στο στενό μας το κλουβάκι. Μετά ξανάρχεται μόνο το τέλος, πάλι και πάλι. Και κάθε φορά ένα άλλο τέλος. - Από πάνω, μέσα, πιο βαθιά, κι άλλο μέσα, μη σταματήσεις μέχρι το τέλος να γίνει απλό και να χαθεί μέσα σε εκτυφλωτικά βεγγαλικά χυμένα σαν ιερά σπέρματα.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Χρυσοπράσινος Μπάμπουρας

Βλέπω από το ανοιχτό παράθυρο τη J.d. που κοιμάται κουλουριασμένη στη δροσιά της μουριάς. Φυσικά τη ζηλεύω. Τρώω τα νύχια μου και τα δάχτυλά μου. Το δαχτυλίδι μ’ ενοχλεί αλλά είναι το αγαπημένο μου και δεν το βγάζω με τίποτα.

Ξαπλωμένη στο κρεβάτι, νομίζω ότι κάτι χάθηκε κι αγωνιώ αν θα ξαναβρεθεί. Τα αστέρια λαμποκοπούν ανυπόφορα πάνω από τα κεφάλια μας. Δεν έχω ηδονικές ανάσες όπως η J.d. κι αυτό με συνθλίβει. Είμαι αναμφίβολα δακρύβρεχτη.

Απ’ το παράθυρο εισβάλει στην κάμαρα ένας μπάμπουρας με στόμα ανθρώπου.

Φέρομαι κατά του μπάμπουρα, του χρυσό-πράσινου, και μετριόμαστε ώρα. Ώσπου με έναν αστραπιαίο μου πήδο, τον στριμώχνω στη γωνία και παραδίνεται. Πέφτει στην πλάτη του και κλείνει τα μάτια.


Τον πιάνω από το ισχνό του ποδαράκι και τον κουνάω στον αέρα να καταλάβω το βάρος του. Αναστατώνω την κάμαρα για να βρω τη χρυσοκλωστή. Μου παίρνει ώρα καθώς είναι παραχωμένη ελεύθερα στο μεγάλο μπαούλο με τα παλαιομοδίτικα υφάσματα και έτσι που ψάχνω με το ένα μου χέρι, αλλά τη βρίσκω. Δένω τη χρυσοκλωστή στο ισχνό ποδαράκι και τον γυρίζω γύρω-γύρω όλοι. Παλαβοί ήχοι εκτινάσσονται στον άπειρο χώρο.
Η J.d ξυπνάει κι αγριεύεται. Πηδάει κι αυτή, μέσα στην κάμαρα, απ’ το παράθυρο. Σκάω στα γέλια με την τρομάρα της κι έτσι που κάνει σαν τρελή. Μάλλον είναι τρελή κι είμαι κι εγώ τρελή γι’ αυτήν. Την αγαπώ τόσο πολύ που τελικά γίνομαι εκείνη: γινόμαστε το ίδιο πλάσμα, μας πιάνει η καλοσύνη μας και κλαίγοντας μία από χαρά και μία από συγκίνηση, αφήνουμε τον μπάμπουρα ελεύθερο, καίγοντας την κλωστή με το τσιγάρο μας.


Αυτός εκσφενδονίστηκε σχεδόν ως το φεγγάρι κι εμείς βουρτσίσαμε τα δόντια μας,


φιληθήκαμε, καληνύχτα J.d. γατούλα μου και πέσαμε για ύπνο.

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

walls & holes - fURIOUS dETAIL








Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

Εν Δυνάμει

Ένα φύσημα
σπάει
τα κόκαλα
του βασιλιά
και ο βασιλιάς πλάθεται
χώμα.

Ότι απαλείφθηκε
εν τω παρόν μετριέται
οπότε:
στιγμές υπαγορευμένες
δεν αναποδογυρίζουν/
βρωμιές κοιμισμένες
δεν μυρίζουν/
ονείρου τρομώδης κραυγή
δεν ακούστηκε.
Απόλαυση ελάχιστη
ως καθόλου.
Γιούπι για–για.
Δεν.

Κόσμος μεγάλος,
φωνή αφόρτιστη
απενεργοποιημένη.
Το ανακάτεμα,
ένα μελόδραμα.


Αδιαμαρτύρητα αβάσταχτη
σαχλή απομίμηση
εκφράζεται όπως,
όχι μαύρα, μελανά κογχύλια μαζεύω.
Ενώ χλωμές καρδιές
εντός σωμάτων ρόδινων
στολίδια και ασφάλεια
θηρεύουν.
Τα άλλα (φωτιά, νερό)
εμπεριέχονται σε
πυρκαγιές και σε πλημμύρες.

Δεν απαντά γιατί
δεν ξέρει να απαντά
κι ούτε θα μάθει να απαντά
έτσι που έχει καθίσει
πλάτη στο παράθυρο
φάτσα στον καπνισμένο τοίχο.
Αυτά τα πράγματα θέλουν
να ανοίξει το παράθυρο,
να κρεμαστεί απ’ έξω το μισό κορμί,
να καυγαδίζει με το δίκαιο.

Να φύγεις από δω, να πας που;
Σε άλλη πόλη, άλλη χώρα, άλλη ήπειρο.
Με αλεξίπτωτο, με τρένο, με καράβι, πάνω στο φως.
Ακροβάτης ή Υπνοβάτης; Μέθυσος.
Από πού αλήθεια έχεις ήδη φύγει;
Από σκατά ή από κούνια.
Αλήθεια ξέρεις που είναι τόπος σου;
Ένα η σιωπή δύο η απουσία
τρία η ίδια δυσοσμία
πνίγει τη μνήμη θρέφει τη λήθη.
Και που βρίσκεσαι;
Όχι σε μια σανίδα σωτηρίας;
Όχι. Ευάλωτος.
Ανεξιχνίαστες σκατό-υποθέσεις.
Άσχημο πράγμα ο θάνατος του θάρρους.
Φτυσιές απάνω σου
τριάντα τόσων χρόνων μαζεμένες
ξεπλένονται λες
με μια βουτιά ή
έχουν τρυπώσει από το δέρμα σου κι
έχουν αλλάξει τα εσωτερικά υγρά σου;

Ισιώνει το στραβό χαμόγελο κι αναρωτιέται
τι θέλω εγώ και μπλέκω με τις σοβαρότητες;