Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008
Τρίτη 29 Ιουλίου 2008
Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008
Καρτποστάλ
Τρίτη 1 Ιουλίου 2008
Φενεός: Clean - up - hop - trip!!!
Εδώ να κάτσουμε. Είναι καλά. Κοίτα.
Έναν καφέ, μια μπύρα, μια ησυχία, παγωτό, εφημερίδα και βγάλε τις σαγιονάρες σου επιτέλους - μου τη δίνουν στα νευρα!
Έλα καλέ, να σε κεράσω έναν πικρό χυμό, απ' τους πικρούς καρπούς του κήπου μου!
Δεν μιλώ. Άντε από δω πέρα παλιο-φλυαρία. Δεν πας σε κανά ίδρυμα!
Μια φορά κι έναν καιρό: Η εκκλησία των Γάμων μου! Εγώ, η Αυτοκράτειρα του κόσμου όλου.
Πρόσεχε - πρόσεχε - μη με κοψοχολιάζεις... Σου πάει η άκρη.
Ήμερη πέφτει ετούτη η νύχτα ή είναι που χάσαμε τ' αυγά και τα πασχάλια;
Καίει. Σε διατάζω να με ρίξεις στη θάλασσα.
Ήρθε μια γριά απ' την πόλη κι έφερε το "χάσει-χάσει"/ Παναγίτσα μου να χάσει! *
* Ιδέα εικόνας κλεμμένη από Βill. Μα το 'χα μπροστά μου και δεν κρατήθηκα.
Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008
Lou (loudly)
Τέλος, τέλος, τέλος, τελεία, τέλεια, τέλος, παύλα, μαύρο σκοτάδι, τέλος, τώρα σε σκοτώνω, τέλος, τώρα πυροβολώ, τέλος, τώρα αιμορραγείς, τέλος, τώρα πέφτεις, τέλος, τώρα κοιτάς το φως για μια τελευταία στιγμή, τέλος, είσαι σκοτωμένος, ο κόσμος γλίτωσε απ’ τη βρώμα σου, τέλος, καληνύχτα/ (Παύση) Θα ‘θελα να έχω κάτι δικό μου. Να κάνω κάτι δικό μου. Εγώ, για μένα, θα ‘θελα να ξέρω. Μη μ’ αφήσεις τώρα που γνωριστήκαμε. Να αγκαλιαστούμε και να κάνουμε μωράκι κι ας αντιπαθούμε λιγάκι ο ένας τον άλλον. Σήμερα θα συμφωνώ εγώ μαζί σου κι αύριο εσύ μαζί μου. Ξεκίνα εσύ: αν είμαι ανυπάκουη, θα με πουλήσεις.
Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008
Πέμπτη 12 Ιουνίου 2008
LOU (presentation)
Σε περίμενα ως τις τρεις. Αναρωτιόμουν που είσαι.(Παύση) Βγήκα κι εγώ. Γύρισα στις δώδεκα. Είδα ένα show με μαγικά. Όχι κουνέλια και τέτοια. Άλλα. (Μικρή παύση) Στην έξοδο, κατάλαβα ότι είχα χάσει τα τσιγάρα μου κι έβαλα τα κλάματα. Ένας κύριος με κουστούμι μου έδωσε το μαντίλι του, ο συνοδός του πρότεινε να πάμε όλοι μαζί για ένα ποτό και πήγαμε. Πήγαμε για ποτό, κι αυτοί οι δύο πίνανε μόνο ανθρακούχο νερό και λεμονάδες. Μιλούσαμε στα αγγλικά γιατί ο συνοδός του κυρίου με το κοστούμι, ήταν Ισπανός. Ο άλλος δεν είπε τι ήταν. Δε μιλούσε πολύ, γέλαγε περισσότερο και το μαντιλάκι του μύριζε κανέλα ή κάτι τέτοιο, δεν κατάλαβα. Του πρότεινα να το κρατήσω για να το πλύνω, γιατί το γέμισα μαυρίλες από το μολύβι των ματιών μου και ντρεπόμουν, όμως αυτός επέμενε όχι. Ο Ισπανός είπε ότι καμιά φορά καπνίζει μαριχουάνα και του είπα για ‘μας. Με κάλεσε σ’ ένα πάρτυ στο ατελιέ ενός φίλου του ζωγράφου και θα πήγαινα, αλλά μετά κοίταξα την ώρα σ’ ένα ρολόι στον τοίχο κι ένοιωσα πολύ κουρασμένη. Έτσι, πήρα ταξί και γύρισα σπίτι: ήθελα να σου μιλήσω, αλλά και πάλι δεν ήσουν εδώ. (μικρή παύση) Φεύγοντας απ’ το μπαρ, μας μοίρασαν γλειφιτζούρια: πολύ αστείο: Έπρεπε να μ’ έβλεπες, μέσα στο ροζ γουνάκι μου, να γλύφω, κατεβαίνοντας την λεωφόρο, ανάμεσα στον κουστουμάτο και το τεκνό.
Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008
Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008
Άδεια
Παίζω τα κύματα στα δάχτυλά μου, κι όμως, επί το πλείστον, πνίγομαι.
It’s unbelievable.
Πιάνω τη μία άκρη, κι άλλη χάνεται στη γη -σαν ρίζα μου-
Πιάνω τη μία άκρη, κι άλλη χάνεται στη γη -σαν ρίζα μου-
και ξαναβγαίνει μίλια μακριά: μια στείρα και κακό-παιγμένη κριτική.
Ως ψευτομάρτυρας μιας ανεδαφικής επικαιρότητας,
Ως ψευτομάρτυρας μιας ανεδαφικής επικαιρότητας,
τώρα θ’ ανοίξω πάλι τα πλοκάμια μου για να τα ξεσκονίσω:
σαν αφιέρωση σε όσα ξεκινούν χωρίς εμένα μέσα τους,
σε όσα άλλο δεν νανουρίζονται, γιατί μεγάλωσαν και γέρασαν απότομα.
Κυριακή 18 Μαΐου 2008
Σάββατο 17 Μαΐου 2008
Πέμπτη 8 Μαΐου 2008
Hungry
Πίσω απ’ τον τοίχο (τοίχος δύο φορές ψηλότερός μου):
Είμαι πεσμένος από αόρατα, αλλεπάλληλα χτυπήματα.
Tα μέλη μου δεν υπακούουν τις εντολές μου για ζωή.
Δεν έχω φαΐ, ούτε νερό, ούτε άχυρα να κοιμηθώ. Έχω μόνο λασπόνερα και πέτρες. Έχω σκιά από αγριόδεντρα ή από σύννεφα και με κρυώνει. Εγώ, που κάποτε τιμήθηκα με το βραβείο της Πολικής Αρκούδας!
Μου λείπουνε τα κύματα. Σε ποιόν; Σε μένα, που κάποτε ήμουν εκείνα τα πουλιά που αρπάζουν τα αφρόψαρα.
Μου λείπει κι η θέα από τις κορυφογραμμές:
να βλέπω κάτω, στα καμώματά σας.
Μου λείπει ένα ζεστό, υγρό φιλί μιας αγοραίας ξανθιάς αγαπημένης
και η ταχυκαρδία μιας αναπάντεχη συνάντησης
με τον παλαιότερο άσπονδο εχθρό μου.
Εδώ μόνο εναλλάξ σκοτάδι – φως. Κι ο καιρός περνάει χωρίς αίμα, χωρίς καυγάδες, χωρίς κέφι. Εδώ δεν έχει κάποιον να τα ρίξω επάνω του. Έχει σκουλήκια και πυγολαμπίδες που ζευγαρώνουν μεταξύ τους,
Εδώ μόνο εναλλάξ σκοτάδι – φως. Κι ο καιρός περνάει χωρίς αίμα, χωρίς καυγάδες, χωρίς κέφι. Εδώ δεν έχει κάποιον να τα ρίξω επάνω του. Έχει σκουλήκια και πυγολαμπίδες που ζευγαρώνουν μεταξύ τους,
γεμίζοντας τον τόπο εκτρώματα.
Ούτε ειδήσεις, ούτε ιστορία.
Ούτε πόνος, ούτε γάμος.
Ούτε κουβέντες σκόρπιες.
Ούτε καπνός, ζεστός, να με θεριέψει.
Ακούω εκεί έξω πως,
σέρνετε νωχελικά τα καροτσάκια των μωρών σας,
μετά μουσικής,
με ζηλευτή αλαζονεία.
Και θέλω κι εγώ:
να κάτσω στο τραπέζι σας,
να πιω απ’ τα ποτήρια σας, κρασί σας,
να κυνηγήσουμε μαζί πουλιά,
να τα ξεπουπουλιάσουμε
και να τα βάλουμε στο φούρνο με δαμάσκηνα.
Να είμαστε αγαπημένοι, θέλω.
Ούτε ειδήσεις, ούτε ιστορία.
Ούτε πόνος, ούτε γάμος.
Ούτε κουβέντες σκόρπιες.
Ούτε καπνός, ζεστός, να με θεριέψει.
Ακούω εκεί έξω πως,
σέρνετε νωχελικά τα καροτσάκια των μωρών σας,
μετά μουσικής,
με ζηλευτή αλαζονεία.
Και θέλω κι εγώ:
να κάτσω στο τραπέζι σας,
να πιω απ’ τα ποτήρια σας, κρασί σας,
να κυνηγήσουμε μαζί πουλιά,
να τα ξεπουπουλιάσουμε
και να τα βάλουμε στο φούρνο με δαμάσκηνα.
Να είμαστε αγαπημένοι, θέλω.
Δευτέρα 5 Μαΐου 2008
Δευτέρα 21 Απριλίου 2008
Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε - 2
... βρίσκομαι αμέσως στη γειτονιά μου, τον Αύγουστο, οχτώ χρονών πιτσιρίκος, στη σκιά μιας μεγάλης ελιάς, με το φόβο μιας πελώριας σφήγκας, μαύρης, που 'χε χωθεί μέσα στον κάλυκα ενός λουλουδιού. Βλέπω να τρέμει το κοτσάνι του λουλουδιού κάτω απ' την άγρια λαιμαργία του εντόμου, που μου προξενούσε τόσο τρόμο!
(Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε - Λουίτζι Πιραντέλλο)
Κυριακή 13 Απριλίου 2008
Πέμπτη 10 Απριλίου 2008
Τετάρτη 9 Απριλίου 2008
Πέμπτη 3 Απριλίου 2008
Πρώτος Συλλογισμός της Άνοιξης
Ξαπλώνουν στο νωπό ακόμα γρασίδι της άνοιξης, τεντώνουν τους κύκνειους λαιμούς τους, κοιτάζουν μπροστά τη θέα της ισοπέδωσης και ανταλλάσσουν απόψεις: για ποιο λόγο άραγε, δεν είναι πια, το ίδιο υπέροχη αυτή η ζωή.
Η συμπίεση των μεγάλων στιγμών του θυμικού τους, στους μικρότατους χρόνους της ήδη τραβηγμένης καθημερινότητας, φέρνει αυτή τη νωθρή μη διάθεση να ευθυμήσουν από το ίδιο τους το ξύπνημα ή να δημιουργήσουν από μία γαλάζια πλαστελίνη κόσμους ολόκληρους. Όμως γνωρίζουμε πια ότι: απογοήτευση, ονομάζεται η αδύναμη φύση και τίποτε άλλο.
Είναι κρίμα: ο εγκλεισμός της λάμψης σου σε τοίχινο κλουβάκι εντός του κορμιού σου και είναι κρίμα πως το σκοτάδι της μέρας που βασιλεύει στα μάτια σου, καλύπτει την ίδια, την ολόκληρη μέρα.
Κι όμως, η συνειδητοποίηση ενός τέτοιου εγχειρήματος, όπως το να καταστρέψουμε εντελώς το κουτσό κι ανήμπορο γέλιο μας, για να γεννήσουμε –ίσως- ένα πηγαίο, σε πολλούς από μας προκαλεί εμετό και λιποθυμία.
Κι ύστερα, οι συνήθειες ορισμένων πραγμάτων, δε σπάνε ούτε με σφυρί! Συνήθειες για παράδειγμα, όπως ο τρόπος που έχει ο γνωστός τύπος του λαίμαργου – ή απλώς του πλεονέκτη – , να αντιλαμβάνεται μια φρέσκια φέτα ζαμπόν: κάπως-πάντα το ίδιο τάχα απρόθυμος και διαφορετικός σίγουρα από τον τρόπο που θα είχε ένα σκυλί του δρόμου.
Κι ακόμη χειρότερα: δεν γνωρίσαμε ως τώρα κανέναν να μπορεί να κρατήσει την υπόσχεσή του: Μιλάμε για τους πλέον αδύνατους οργανισμούς με τα μυαλά τρυπημένα, από την άκρατη χρήση μη έργων και μη ιδεών.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
