Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009
Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009
Κυριακή 15 Μαρτίου 2009
Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009
Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009
Τρίτη 3 Μαρτίου 2009
Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009
Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009
Ετοιμόρροπη Lou
Τι θα πάθεις να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά; (Παύση) Βάλε μουσική να πλύνω πιάτα. Το πρωί με πήρε ο ύπνος, ήθελα να προλάβω μαγαζιά, μάζεψα πεταμένα ρούχα σου κι έφυγα τρέχοντας. Γδύνεσαι όπου να ‘ναι. (Μικρή παύση) Πάμε κάπου που δεν έχουμε ξαναπάει; / Το ψυγείο είναι εντελώς άδειο. Εγώ δεν προλαβαίνω να το γεμίσω, ούτε αύριο προλαβαίνω, ούτε μεθαύριο προλαβαίνω. Να πας εσύ, δίπλα στο γιατρείο είναι, θα γράψω τι χρειαζόμαστε/ Τι χρειάζομαι εγώ δεν ξέρεις. (Πολύ – πολύ μικρή παύση) Θέλω σερβιέτες, αποσμητικό, κεριά, χαρτοπετσέτες, γάλα, κακάο, λουκάνικα, μπανάνες, κρέμα μαλλιών, Johnson baby oil, πιπέρι και γιαούρτια. (Μικρή παύση) Το σκέφτηκα: τέλος καλοκαιριού να μετακομίσουμε. Κάπου με ένα μεγάλο μπαλκόνι. Μέσα στην πόλη πάντα, συμφωνώ, κοντά στο γιατρείο, ίσως μόνο πιο χαμηλά για να περπατάμε περισσότερο. Θέλω να περπατάω περισσότερο. Θα πάρω εφημερίδα με αγγελίες να κοιτάμε. Έλα τώρα, πάμε κάπου που δεν έχουμε ξαναπάει. Βόλτα.
Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009
Λίστα Super Market 2008 (απολογισμός - ξεσκόνισμα)
1 σπασμένο χέρι – 1 σπασμένο πόδι
1 μύτη που μάτωνε ξανά και ξανά. (κράτα με.)
Κάτω απ’ τον κόκκυγα
1 μελανιά βαριά όσο ένα
σώμα ανέραστο.
1 σκηνή σπασμένη από άγριο άνεμο
σε κάδο σκουπιδιών στις 3 τα ξημερώματα
κι οι βενζινάδες να κοιμούνται.
Χάσαμε τη θεία Αλίκη – Βρήκαμε
ένα κομψό τσαντάκι (η μνήμη της).
Μωρά γεννήθηκαν σε υπέρ-κλινικές
(γλυκά, λουλούδια, αρκουδάκια) – Μωρά πέθαναν σε
έρημους τόπους τρισκατάρατους.
Πάθαμε εγκεφαλικό αλλά τη σκαπουλάραμε.
Η Υστερία ωρίμασε: φόρεσε ροζ ταγιέρ και
μίλησε γρήγορα/ χωρίς σαρδάμ.
Αντισυλληπτικά ανάποδης πορείας
από το όρος Αραράτ προς πίσω το ατέρμονο διάστημα. (κράτα με.)
Κλάμα πολύ που δεν ακούστηκε.
1 άσπρο φόρεμα που ξεπερνάει το μπόι μου.
1 φίλη έχασα/ την ξαναβρήκα/ και την ξανάχασα.
Εκείνος έγινε πολύ σκληρός για να μου πάρει πίσω
ότι του πήρα.
1 σπασμένο τζάμι στο αυτοκίνητο/ 1 κάμερα, 1 κινητό,
γυαλιά κι 1 ζευγάρι μπότες.
Διαβάζω στην απέραντη γαλάζια θάλασσα
την ιστορία της Έμμας Μποβαρύ κι η θάλασσα
φουσκώνει και μου σχολιάζει: πιο δυνατά/ πιο καθαρά/
ψυχή δεν έχεις; (κράτα με.)
Αδυναμία: 101 κουτιά αντιβίωσης κάλυψαν τον πάγκο της κουζίνας:
Για εκδρομές καμία όρεξη: ξερίζωσε λοιπόν τα φρένα.
Σβήνω σειρές φωτογραφίες από τους κίτρινους φακέλους/
Τον Ιούλιο αγόρασα μπουφάν –
Τον Σεπτέμβρη έμαθα από την αρχή να μαγειρεύω (πήρα κονιάκ για το κοτόπουλο/ το ήπιες μονορούφι με το που γύρισα την πλάτη μου να καθαρίσω μανιτάρια).
Συμπέρασμα: ποτέ δε με πίστεψες.
Ζωγραφίζω μια λεύκα στο πόδι μου και
δίπλα απ’ τη λεύκα ένα έλατο.
Συμπέρασμα: Βγάλτα πέρα μόνη σου.
Ταπεινότητα: καθόλου.
Κραγιόν: μωβ.
Σπάσε ρόδι.
Λέρωσε.
Καλή χρονιά. (κράτα με.)
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008
to Xmas OR NoT to Xmas
Τι έχεις ρε Άι Βασίλη;/ καπνός + φωτιά/ καπνός χωρίς φωτιά + φωτιά χωρίς καπνό/ ψηλά - ψηλά - πάτα καλά στο έδαφος και σπρώχνε ψηλά - σπρώχνε γιατί θα πέσει ο ουρανός να σε πλακώσει/ γιατί δεν είναι όλοι εδώ; - γιατί δεν είναι όλοι εδώ; - / σιωπή, μουσική, σιωπή/ τα κωλόμπαρα γιατί είναι γεμάτα;/ τελείωσε το ασετόν. Με τι θα ξεβάψω τα νύχια μου;/ σΤη μαλακή κοιλιά του βρίσκεται η σοφία του. Του ΒΟΥΔΑ./ φωτάκια: φωτάκια σε μπαλκόνια, φωτάκια στις βλεφαρίδες, φωτάκια στην κατσαρόλα/ σκουπίδια, μπάτσος, παιδιά, μυρίζει σκατά, όλοι έξω/ φοβάμαι/ δεν έχω/ βοήθεια
Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2008
άτιτλο του Δεκέμβρη
κάτω από του πυκνότερου σύννεφου το φως,
σώμα αποτελούμενο από σώματα χιλιάδες
υποστηρίζει στροβιλίζοντας
με τις αιφνίδιες πιρουέτες
του αμήχανου πολίτη - χορευτή
μια σφαίρα από γυαλί
ως άλλο άσυλο κάθε ύστατης ελπίδας.
δυνάμεις εντός κι εκτός (του σώματος των σωμάτων) οργανικά συναθροίζονται και συναποφασίζουν να συμπράξουν παράλληλα
να ρίξουν τη σφαίρα στο γυμνό έδαφος να σπάσει:
σε κλοιούς που σφίγγουν ενώνονται, καρφιά και σφυριά πετούν, φλέματα φτύνουν,
χτυπούν και σπρώχνουν μέχρι
να πέσει το σώμα
να πέσει κι η σφαίρα.
κι όπως όλα να αντιστρέφονται γίνεται,
η σφαίρα που αγγίζει το έδαφος,
λιώνει (σε δίκαιη θλίψη, ερμηνευμένη οργή, άντε γαμήσου).
σημάδι
εκ γενετής
μιας αυτοκαταδίκης
η γλώσσα που βγαίνει
να γλείψει ουρά από ότι απέμεινε
σε μια προσπάθεια διάσωσης του λεηλατημένου
“όπως μπορώ και θέλω θα υπάρχω”.
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008
Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008
Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008
Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008
Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008
Lou: lost fish - part 0
Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008
Χρυσοπράσινος Μπάμπουρας
Βλέπω από το ανοιχτό παράθυρο τη J.d. που κοιμάται κουλουριασμένη στη δροσιά της μουριάς. Φυσικά τη ζηλεύω. Τρώω τα νύχια μου και τα δάχτυλά μου. Το δαχτυλίδι μ’ ενοχλεί αλλά είναι το αγαπημένο μου και δεν το βγάζω με τίποτα.
Ξαπλωμένη στο κρεβάτι, νομίζω ότι κάτι χάθηκε κι αγωνιώ αν θα ξαναβρεθεί. Τα αστέρια λαμποκοπούν ανυπόφορα πάνω από τα κεφάλια μας. Δεν έχω ηδονικές ανάσες όπως η J.d. κι αυτό με συνθλίβει. Είμαι αναμφίβολα δακρύβρεχτη.Απ’ το παράθυρο εισβάλει στην κάμαρα ένας μπάμπουρας με στόμα ανθρώπου.
Φέρομαι κατά του μπάμπουρα, του χρυσό-πράσινου, και μετριόμαστε ώρα. Ώσπου με έναν αστραπιαίο μου πήδο, τον στριμώχνω στη γωνία και παραδίνεται. Πέφτει στην πλάτη του και κλείνει τα μάτια.
Τον πιάνω από το ισχνό του ποδαράκι και τον κουνάω στον αέρα να καταλάβω το βάρος του. Αναστατώνω την κάμαρα για να βρω τη χρυσοκλωστή. Μου παίρνει ώρα καθώς είναι παραχωμένη ελεύθερα στο μεγάλο μπαούλο με τα παλαιομοδίτικα υφάσματα και έτσι που ψάχνω με το ένα μου χέρι, αλλά τη βρίσκω. Δένω τη χρυσοκλωστή στο ισχνό ποδαράκι και τον γυρίζω γύρω-γύρω όλοι. Παλαβοί ήχοι εκτινάσσονται στον άπειρο χώρο.
Η J.d ξυπνάει κι αγριεύεται. Πηδάει κι αυτή, μέσα στην κάμαρα, απ’ το παράθυρο. Σκάω στα γέλια με την τρομάρα της κι έτσι που κάνει σαν τρελή. Μάλλον είναι τρελή κι είμαι κι εγώ τρελή γι’ αυτήν. Την αγαπώ τόσο πολύ που τελικά γίνομαι εκείνη: γινόμαστε το ίδιο πλάσμα, μας πιάνει η καλοσύνη μας και κλαίγοντας μία από χαρά και μία από συγκίνηση, αφήνουμε τον μπάμπουρα ελεύθερο, καίγοντας την κλωστή με το τσιγάρο μας.
Αυτός εκσφενδονίστηκε σχεδόν ως το φεγγάρι κι εμείς βουρτσίσαμε τα δόντια μας,
φιληθήκαμε, καληνύχτα J.d. γατούλα μου και πέσαμε για ύπνο.
Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008
Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008
Εν Δυνάμει
σπάει
τα κόκαλα
του βασιλιά
και ο βασιλιάς πλάθεται
χώμα.
Ότι απαλείφθηκε
εν τω παρόν μετριέται
οπότε:
στιγμές υπαγορευμένες
δεν αναποδογυρίζουν/
βρωμιές κοιμισμένες
δεν μυρίζουν/
ονείρου τρομώδης κραυγή
δεν ακούστηκε.
Απόλαυση ελάχιστη
ως καθόλου.
Γιούπι για–για.
Δεν.
Κόσμος μεγάλος,
φωνή αφόρτιστη
απενεργοποιημένη.
Το ανακάτεμα,
ένα μελόδραμα.
Αδιαμαρτύρητα αβάσταχτη
σαχλή απομίμηση
εκφράζεται όπως,
όχι μαύρα, μελανά κογχύλια μαζεύω.
Ενώ χλωμές καρδιές
εντός σωμάτων ρόδινων
στολίδια και ασφάλεια
θηρεύουν.
Τα άλλα (φωτιά, νερό)
εμπεριέχονται σε
πυρκαγιές και σε πλημμύρες.
Δεν απαντά γιατί
δεν ξέρει να απαντά
κι ούτε θα μάθει να απαντά
έτσι που έχει καθίσει
πλάτη στο παράθυρο
φάτσα στον καπνισμένο τοίχο.
Αυτά τα πράγματα θέλουν
να ανοίξει το παράθυρο,
να κρεμαστεί απ’ έξω το μισό κορμί,
να καυγαδίζει με το δίκαιο.
Να φύγεις από δω, να πας που;
Σε άλλη πόλη, άλλη χώρα, άλλη ήπειρο.
Με αλεξίπτωτο, με τρένο, με καράβι, πάνω στο φως.
Ακροβάτης ή Υπνοβάτης; Μέθυσος.
Από πού αλήθεια έχεις ήδη φύγει;
Από σκατά ή από κούνια.
Αλήθεια ξέρεις που είναι τόπος σου;
Ένα η σιωπή δύο η απουσία
τρία η ίδια δυσοσμία
πνίγει τη μνήμη θρέφει τη λήθη.
Και που βρίσκεσαι;
Όχι σε μια σανίδα σωτηρίας;
Όχι. Ευάλωτος.
Ανεξιχνίαστες σκατό-υποθέσεις.
Άσχημο πράγμα ο θάνατος του θάρρους.
Φτυσιές απάνω σου
τριάντα τόσων χρόνων μαζεμένες
ξεπλένονται λες
με μια βουτιά ή
έχουν τρυπώσει από το δέρμα σου κι
έχουν αλλάξει τα εσωτερικά υγρά σου;
Ισιώνει το στραβό χαμόγελο κι αναρωτιέται
τι θέλω εγώ και μπλέκω με τις σοβαρότητες;
