Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Μικρή Ιστορία με 2 ΠρόσΩπα (Γυναίκα 2)


Αν στέκεσαι μονάχος στην επιφάνεια αυτής της άσχημης πόλης, καταμεσής ενός έρημου δρόμου, νύχτα βαθύ σκοτάδι χωρίς ουρανό και τα παράθυρα από τα γύρω κτίρια κλειστά, το πιθανότερο πως όπου να ‘ναι θα έρθουν κάποιοι που μοιάζουν με λύκους. Θα σε περικυκλώσουν. Από κάπου ασταμάτητα θα διοχετεύονται σώματα, θα πολλαπλασιάζονται, καινούργιοι λύκοι, καινούργια σώματα. Τα σάλια που τρέχουν από τις μουσούδες τους θα σ’ αναγκάσουν να βγάλεις τα ρούχα σου και δεν θα έχει καμία απολύτως καμία σημασία που δεν θα νοιώθεις άνετα. Καλύτερα να μην τους κοιτάζεις, αλλά δεν μπορείς, η υγρασία, η φαιδρότητα και η επιτυχία τους σε υπνωτίζουν. Τα βγάζεις όλα, εκτός από τα παπούτσια, γρυλίζουν, δείχνουν τα δόντια τους, σε τρομάζουν και βγάζεις και τα παπούτσια, μένεις ξυπόλυτος, παγωμένος. Δεν ντρέπεσαι, δεν σιχαίνεσαι, κρατάς την ανάσα σου, τα χέρια κολλημένα στα πλευρά σου και κλαις από μέσα σου σαν μωρό. Κοιτάζουν τα νύχια, τα αυτιά, τα δόντια σου. Μυρίζουν τα μαλλιά και τις μασχάλες σου. Δεν είσαι καθαρός. Είσαι σαπούνι, ιδρώτας και λίπος, κι αυτό τους αρέσει, μ’ έναν τρόπο τους ερεθίζει. Σ’ αγγίζουν, μια ο ένας μια ο άλλος, ο καθένας σε θέλει για λογαριασμό του, να σε κάνουν τι; Ενέργεια. Ένα κομμάτι σου αρχίζει να πιστεύει ότι είσαι σε καλά, ζεστά χέρια κι αφήνεσαι ν’ αφομοιώσεις τις διαδρομές τους. Άθελα σου σ’ αυτές τις διαδρομές (δεν βρίσκεις την γραμμή της τύχης) πέφτεις πάνω μου, ίσως και να με αναζητούσες έτσι κι αλλιώς βαθιά μέσα σου. Θέλεις να μιλήσουμε. Θέλεις να πιστέψουμε σε κάτι. Ανοίγεις τα μάτια σου και ψάχνεις για μένα, ανάμεσά τους, όμως το πρόσωπό μου είναι αλλαγμένο και δεν με βρίσκεις. Βρίσκεις σχισμές, απορία ή παράκληση, Το δικό σου πρόσωπο πώς να ‘ναι; Γυαλί. Χυδαίο αστείο. Από το κεφάλι σου τα βγάζεις όλα. Πρήζεται το κεφάλι σου. Σε εκβιάζει. Από εκατομμύρια κόμπους πλέκεται η ακαμψία σου. Κακό σημάδι ή κακή στιγμή; Πρέπει να αποφασίσεις τι να πετάξεις και τι χρειάζεσαι. Παρά τα φαινόμενα, διανύεις την πιο ωραία νύχτα της ζωής σου. Έτοιμη να σκιστεί, αμυδρά υγρή, που σου θυμίζει για τι αγωνίζεσαι. Περιπλανιόσουν, περιπλανιέσαι και θα περιπλανιέσαι, ανεπαρκής πάντα, κοντό παράφορο ποίημα. Και με φαντάζεσαι: αχτένιστη ξυπόλυτη ξεβράκωτη, τα μάτια μου χλευάζουν τα όνειρά σου, φοράω καινούργια γάντια, πιάνω τα μαλλιά μου, βάφομαι (γιατί είναι πάντα υστερικές οι κινήσεις μου;), ξεσπάει καταιγίδα και μουτζουρώνομαι. Είμαι μια εικόνα που πρέπει να νικήσεις κι είσαι ξύπνιος, είσαι ξύπνιος, είσαι ξύπνιος. Η κιλότα μου, τα σκουλαρίκια μου, οι θηλές μου τα πικραμύγδαλα. Δεν μ’ αγαπάς πια. Βγάζεις τη γλώσσα σου, σάλια τρέχον απ’ τη μουσούδα σου, μεσολαβεί ένας λυγμός, με ένα ψαλίδι σου κόβω τη γλώσσα και την πετάω δίπλα μας, είναι μια βρώμικη θάλασσα. Τι μένει; Μια συνεχόμενη συριστική βελούδινη βοή (στο εσωτερικό της άδεια) που ξυρίζει.

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

fabulous people (1)