Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Μικρή Ιστορία με 2 ΠρόσΩπα (Γυναίκα 1)


Πάνω από τα κεφάλια μας κρέμονται τα σύμβολα των επιθέτων και των αντιθέτων τους, όπως εγώ τα καταλαβαίνω. Κρύος αέρας, ζεστός αέρας. Βαθύ πηγάδι, ρηχό. Νωπό το χώμα, ξερό, το χώμα. Εδώ, μείνε, μακριά, είμαι. Άβολο, η θλίψη μας, απολαυστικό, το χάσιμό μας. Άμα προσπαθήσω να σκεφτώ ποιο προηγείται, το επίθετο ή το αντίθετο, μπερδεύομαι. Αντίθετο από το παγωμένο μου κορμί είναι το αίμα που ρέει μέσα του. Αυτή η πυκνότητα ξένων σωμάτων πάνω από τα κεφάλια μας, μας κάνει να σκύβουμε, να μην βλέπουμε μπροστά μας, να πέφτουμε πάνω στα δέντρα και στα ντουβάρια και στους γκρεμούς, να τραυματίζουμε τα διάφορα μέρη μας, να μην θυμόμαστε τι πάει να πει, αστέρι, πουλί, αστραπή, ανεμόμυλος, σημαία. Σ’ αυτή την ιστορία είμαστε δύο πρόσωπα. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Όσα είναι, θα τα ζήσουμε μέσα σε πέντε εικόνες. Ο χώρος από ασφυκτικά γεμάτος, σιγά – σιγά γίνεται μισογεμάτος, ύστερα ισορροπεί, μετά μισό-αδειάζει ώσπου αδειάζει εντελώς. Η αποσύνθεση λαμβάνει χώρα μέσα στις κοιλιές μας. Στην κορύφωσή της είναι ένα σκουρόχρωμο οίδημα που το τρώνε μυρμήγκια. Εγώ, ένα σκούρο φτηνό κραγιόν είμαι η γυναίκα: ένα μολύβι περιγράμματος χειλιών, μια εν αναμονή, ευαίσθητη, επιπρόσθετη, εσοχή, κόρη, μητέρα εν γένει, γκόμενα, μουνί, μουνάκι, μουνάρα. Κάθε φορά που ξυπνάω μυρίζω διαφορετικά. Φρέσκια φράουλα, γκαστρωμένο ζώο, υγρασία στον τοίχο, ναύλων κάλτσα, ξεθυμασμένο αλκοόλ, ντροπή, κρεμμύδια. Ευθύνη δική μου είναι να διαιωνίσω το είδος μας. Σηκώνω το χέρι μου, πιάνω τα σύμβολα και τα ξεκρεμάω ένα – ένα. Τα περισσότερα, αν όχι όλα, δεν είναι παρά εικόνες των παιδιών που δεν έκανα. Εσύ, είσαι το αρσενικό μέρος της ιστορίας μου. Το αρσενικό μέρος της ιστορίας μου είναι ένας ασκός με τρίχες, πούτσο και κεφάλι. Το κεφάλι σου πλαισιώνουν πλούσιοι μελαχρινοί βόστρυχοι. Οι τρίχες προσδίδουν αγριότητα στη μορφή σου. Στον πούτσο εδρεύουν οι απολήξεις των δυνάμεων και των αδυναμιών σου. Εκεί ξεκουράζονται, εκεί ετοιμάζονται. Στη μέση του προσώπου υπάρχει το στόμα σου. Μια αχανής μαύρη τρύπα. Ανοίγεις το στόμα σου και βγάζεις μεγάλα τρανταχτά όχι. Προσπαθούμε να ζήσουμε μαζί. Οι μέρες γίνονται μια συνεχής, απεγνωσμένη, ανώφελη προσπάθεια. Η υπεροψία του φωτός διαγράφει τα τοιχώματα των ασφυκτικών λαβυρίνθων των στενών μας υπάρξεων και αυτό μας αποδυναμώνει. Τις νύχτες, αποδυναμωμένοι, συντονιζόμαστε καλύτερα. Μέσα από την αδυναμία ξεπηδούν ορισμένες μαλακές προϋποθέσεις. Οι πέτρες γίνονται στρώματα και οι αγκώνες μας, μαξιλάρια. Στην αρχή ψιθυρίζουμε. Σιγά – σιγά ζεσταίνονται οι φωνές και ανοιγόμαστε. Το απτό τίποτα που ορίζεις ως πραγματικότητα εμένα με μηδενίζει. Πάνω και πέρα των δυνατοτήτων μου βρίσκεται. Η φωνή σου με οδηγεί στην παράνοια. Δεν διακρίνω τις λέξεις σου. Δεν διακρίνω το νόημα. Ο ήχος σου παίρνει τη μορφή ενός άγριου, ασημένιου χοίρου. Το ζωώδες σου γρύλισμα διαπερνά τον χρόνο και τον χώρο. Από πάντα ακούγεσαι και για πάντα θα ακούγεσαι. Φοβάμαι και κρύβομαι. Κάτω από το τραπέζι, κάτω από τα κουφώματα. Επιστρέφω στο μαγικό διάφανο σώμα μου. Ότι ξεκολλάει και πέφτει, κάνει πάταγο, αλλά δεν με σκοτώνει. Χουφτώνω τον καβάλο μου, στέλνω το βλέμμα μου στο άπειρο, τεντώνω τον λαιμό μου, ανοίγω τις μεμβράνες μου και βγαίνω. Ξαναβρίσκομαι, λαχανιασμένη, στις οπλές σου. Είμαι γυμνόστηθη, απεριορίστου κάλλους νύμφη. Είμαι οι μελανιές στο πρόσωπο και στο κορμί μου. Σου σηκώνεται όταν ξαπλώνω δίπλα σου ή τρέχω γύρω σου. Στο μυαλό μου διαμελίζω το σώμα σου. Είσαι γυναίκα, είμαι άντρας. Χαϊδεύεις τις ρώγες σου, χαϊδεύω τα μούσια μου. Είμαι ελαττωματική. Είσαι τέλειος. Με βάζεις στο βάζο με τη φορμόλη δίπλα στα άλλα διατηρητέα έμβρυα. Τρέμεις σαν ψάρι. Απλώνω το χέρι μου, ανοίγω την παλάμη μου, σου δίνω το κλειδί. Όταν πας να το πάρεις, για πλάκα, το τραβάω, αλλά δεν το βρίσκεις αστείο, δεν γελάς. Μου κόβεται και το δικό μου γέλιο. Η αρχή του φτερουγίζει γύρω μας τυφλή, σαν λαβωμένο αγριοπερίστερο. Στο ξαναδίνω, (τώρα σοβαρά), το πιάνεις, κι εγώ το αφήνω, ανακουφίζομαι. Μπορείς να ξεκλειδώσεις και να βγεις. Μόνο που μετά πρέπει να ξανακλείσεις την πόρτα, (εγώ θα παραμείνω μέσα) και να ξανακλειδώσεις.

1 σχόλιο:

Λορελάη είπε...

Γι' άλλη μια φορά ένα σπουδαίο κείμενο!
(μη χάνεσαι. πάρε κανένα τηλ.)
φιλιά πολλά