Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

Six Pack Stockholm - Volume 1



Day one or the Zero Day or Day positive ή η πρώτη
ημέρα αγνοείται (ή χάθηκε ή σχεδόν ποτέ δεν υπάρχει)

Παρένθεση.
Στο αεροπλάνο, που ήταν μικρό σαν λεωφορείο,
κάθισα δίπλα σε κάποιον που
φτιάχνει ρομπότ αναγνώρισης διαστημικού εδάφους, όμως
μιλήσαμε επί το πλείστον για άλλα θέματα, όπως
το νόημα της τρομοκρατίας και τα λοιπά.
Κατά τη διάρκεια της ομαλής προσγείωσης μου είπε:
έχε πίστη/ και/
μόνο αυτή ποτέ κανείς δεν μπορεί να σου πάρει/ και/
δε υπάρχει καλό αν δεν υπάρχει κακό.
Κι εγώ του είπα: εντάξει-εντάξει αυτά τα ξέρω.
Στην επόμενη πτήση κάτσαμε χωριστά και κοιμηθήκαμε.
Κρίμα, καθώς,
θα μπορούσαμε να συζητήσουμε κι άλλο όμορφα οι δυο μας.

Επανασύνδεση.
Με το που πάτησα το πόδι μου στην πόλη,
είπα στη φίλη μου:
είμαι άυπνη και πτώμα και γι’ αυτό
θα τα πούμε αύριο,
Goodnight my dear,
παρότι ήταν μόνο μουντό μεσημέρι.




Μικρό όνειρο. Αν πούμε ότι είμαι τοίχος, τότε ποια είναι τα παράθυρα; Τα μάτια μου, τα χέρια μου, το στόμα μου; Τόσο προφανές; Κι αν είμαι από αυτούς που δεν κοιτάζουν, δεν αγγίζουν, δεν μιλούν; Τότε; Τότε τι;

Περίληψη. Οι Στοκχολμέζοι μου φαίνονται μια χαρά άνθρωποι. Η Σουηδία έχει King and Queen που έχουν τρία παιδιά: την μεγάλη κόρη που θα γίνει η επόμενη Queen και τα έχει με τον γυμναστή της, τον μεσαίο γιό που είναι κάπως δυσλεκτικός και τη μικρότερη κόρη που είναι πολύ trendy.
Οι ηλικιωμένοι Σουηδοί γενικότερα
αγαπούν τους βασιλιάδες τους,
ειδικά την Queen. Η Queen
κάνει πολλές φιλανθρωπίες,
όπως αρμόζει σε μια καλή Queen.

Νύχτα με τσιγάρο, έξω από το παράθυρο, κουκουλωμένο με κουβερτάκι. Όπου καταλήγω πάλι να αναρωτιέμαι: ποια είναι τελικά η διαφορά ανάμεσα σ’ εκείνον που αρέσκεται να παρακολουθεί και σ’ εκείνον που αρέσκεται να παρακολουθείται. Απάντηση καμία σοβαρή.
Τρέβλιγκτ ατ τρέειφας (το έει με πολύ ανοιχτά τα χείλη),
που σημαίνει nice to meet you,
δηλαδή χαίρω πολύ.


Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008

Bobby's Myth in gREECE












Σάββατο 30 Αυγούστου 2008

Φωνή Υποβρύχια και Εκσφενδόνιση



Η μέρα έφευγε από πάνω μας με το απαλό μέτρημα των κυμάτων να σκάνε γλυκά στην ακτή. Και ένα, παφ, δύο, παφ, τρία, παφ, τέσσερα παφ.

Πνίγηκα το ίδιο γλυκά από τις αναθυμιάσεις του αλμυρού ιδρώτα των πραγμάτων. Βυθίστηκα και ξάπλωσα στο πάτο του βυθού. Έβγαλα κι άπλωσα δίπλα τη νυχτικιά μου. Το ρεύμα την πήρε και κάπου την ταχτοποίησε. Γυμνή κι αλλοπαρμένη χάζευα και μάζευα εικόνες σκοτεινού υγρού μπλε και κοραλλί.

Κάτι αργόρυθμο που μοιάζει με τραγούδι ή με σειρήνα περιπολικού ερμηνευμένη από παρθένο ψάλτη φτάνει στα αυτιά μου. Τραβιέμαι από την αποχαύνωση επαναφέροντας το αίσθημα ευθύνης που με στοιχειώνει ακόμα και στα καλά (τα παιδικά) μου όνειρα.

Συγκεντρώνομαι κλείνοντας τα μάτια να ακούσω καλύτερα/ περιστρεφόμενη με ελάχιστη ταχύτητα γύρω από τον άξονά μου/ περιμένω κάπου να δυναμώσουν τα σήματα να ενωθώ με τη γραμμή/ να φτάσω ευθεία νοητικά ως την πηγή.

Εκεί που κάτι αόρατα κοπιαστικά δυναμώνει απλώνω τα χέρια μπροστά και διασπώ μια ταλάντωση. Ψηλαφώντας το σχήμα που αλλάζει εκατομμύρια φορές το δευτερόλεπτο, βρίσκω ένα πιο πηχτό σημείο (τον κορμό, τον πυρήνα) και το πιάνω και τεντώνω ρίχνοντας πίσω το βάρος μου.

Κρεμιέμαι από τη φωνή και την αισθάνομαι που γίνεται από το τράβηγμα ψιλή σαν κυπαρίσσι. Η πηγή είναι εύθραυστη! Θυμάμαι ότι έχω μπράτσα. Θυμάμαι όλα τα push-ups που έχω μετρήσει σαν Θηλυκός Ράμπο. Σκαρφαλώνω με την άνεση ενός cartoon. Λίγο ακόμη. Φτάνω. Έφτασα.

Κρατάω τη γλώσσα της και βλέπω τα δόντια της. Η ανάσα της μυρίζει strepsil και θυμάρι. Έχει πιει τσάι και vodka, κι από τα δύο πολύ. Τα χέρια της είναι δύο βράχια. Έχει το βλέμμα του εξόριστου πλην αμετανόητου πρώην δικτάτορα που σε κοιτάζει υποτιμητικά διακρίνοντας πάνω σου τη δημοκρατική μιζέρια όλου του κόσμου, την αφροσύνη των καιρών, το ψέμα της δικαιοσύνης και τι μεγάλη γλώσσα που έχει!

- Θα την αφήσεις επιτέλους
- Ωχ αχ ναι με συγχωρείτε δεν κατάλαβα/
αλλά την κρατάω ακόμη γιατί είμαι εμβρόντητη και γιατί αν την αφήσω θα φάω τα μούτρα μου.
- Εεε πειραγμένο είσαι; Άστηνααα

Αντί να γίνω ορμή ισάξια στο ύψος των περιστάσεων (σαν τους ακέραιους μαχητές της ανανέωσης) που διεκδικεί δικαιωματικά την ύπαρξή της, εγώ σπασμωδικά αφήνομαι, γίνομαι σκόνη αδιόρατη, εκσφενδονίζομαι στο διάστημα (όπως ο χρυσοπράσινος μπάμπουράς μου) από όπου βλέπω το παρόν μου να σκουραίνει ενώ το μέλλον των παιδιών μου δεν συνέβη πια.

Βρήκα στο δρόμο ένα διαστημόπλοιο, χτύπησα, μου ανοίξανε, μπήκα. Kάναμε το σύμπαν μια βόλτα πίνοντας ούζα και ρακές κι ακούγαμε Βιβάλντι. Μ’ άφησαν μεθυσμένη εκατοντάδες μέτρα πάνω από το σπίτι μου. Προσγειώθηκα με αλεξίπτωτο χωρίς να φοβηθώ καθόλου και σκέφτηκα πως θα ήμουν καλός φαντάρος.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008

Ketchup Murder







Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

Wind & Water





Καρεφλού/ Σκύρος

Τρίτη 29 Ιουλίου 2008

Raped




Skyros - Ιούλης 2008
...στις περασμένες μυρωδάτες διαδρομές

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

Καρτποστάλ


Διανύουμε καιρούς ξέγνοιαστους και συνάμα παραγωγικούς, εδώ χάμω, εις τας αμμουδιάς της Ωραίας Ελλάδος. Ευχόμαστε παρόμοια και δι’ υμάς.
Καλή αντάμωση

Τρίτη 1 Ιουλίου 2008

Φενεός: Clean - up - hop - trip!!!


Εδώ να κάτσουμε. Είναι καλά. Κοίτα.




Έναν καφέ, μια μπύρα, μια ησυχία, παγωτό, εφημερίδα και βγάλε τις σαγιονάρες σου επιτέλους - μου τη δίνουν στα νευρα!



Έλα καλέ, να σε κεράσω έναν πικρό χυμό, απ' τους πικρούς καρπούς του κήπου μου!


Δεν μιλώ. Άντε από δω πέρα παλιο-φλυαρία. Δεν πας σε κανά ίδρυμα!



Μια φορά κι έναν καιρό: Η εκκλησία των Γάμων μου! Εγώ, η Αυτοκράτειρα του κόσμου όλου.



Πρόσεχε - πρόσεχε - μη με κοψοχολιάζεις... Σου πάει η άκρη.



Μπρρρ! Εεειιι! Κάντε στην άκρη να περάσω, ρε. Γειάαα!



Ήμερη πέφτει ετούτη η νύχτα ή είναι που χάσαμε τ' αυγά και τα πασχάλια;



Καίει. Σε διατάζω να με ρίξεις στη θάλασσα.



Μπάλα και κύβος και μπαστούνι και καρέκλες. Η κούκλα σου? Φυσάει.



Ήρθε μια γριά απ' την πόλη κι έφερε το "χάσει-χάσει"/ Παναγίτσα μου να χάσει! *

* Ιδέα εικόνας κλεμμένη από Βill. Μα το 'χα μπροστά μου και δεν κρατήθηκα.


Μην είν' τα χρώματα που με ζαλίζουνε ή μπας και κρυολόγησα με τα μαλλιά βρεγμένα ξέπλεκα;


Σ' έχει τρελάνει η σιωπή του τζιτζικιού και η βουή της πεταλούδας, μάτια μου;



Τι θα σου φτιάξω εγώ να φας απόψε; Νερόφιδα γιαχνί και ποταμίσιους κάβουρες σαλάτα. Τράβα να κυνηγήσεις.



Έρνεστ* Σ' αγαπώ!
*Χέμινγουει

Youpi End!!! Back - up - to - Athens

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Lou (loudly)


Τέλος, τέλος, τέλος, τελεία, τέλεια, τέλος, παύλα, μαύρο σκοτάδι, τέλος, τώρα σε σκοτώνω, τέλος, τώρα πυροβολώ, τέλος, τώρα αιμορραγείς, τέλος, τώρα πέφτεις, τέλος, τώρα κοιτάς το φως για μια τελευταία στιγμή, τέλος, είσαι σκοτωμένος, ο κόσμος γλίτωσε απ’ τη βρώμα σου, τέλος, καληνύχτα/ (Παύση) Θα ‘θελα να έχω κάτι δικό μου. Να κάνω κάτι δικό μου. Εγώ, για μένα, θα ‘θελα να ξέρω. Μη μ’ αφήσεις τώρα που γνωριστήκαμε. Να αγκαλιαστούμε και να κάνουμε μωράκι κι ας αντιπαθούμε λιγάκι ο ένας τον άλλον. Σήμερα θα συμφωνώ εγώ μαζί σου κι αύριο εσύ μαζί μου. Ξεκίνα εσύ: αν είμαι ανυπάκουη, θα με πουλήσεις.

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε - 4






"Συμβαίνει πολλές και στη ζωή, κυρίες και κύριοι, κάτι καλά προετοιμασμένο ν' αποτυγχάνει και να μην κάνει την εντύπωση που περιμένουμε..."
(Απόψε αυτοσχεδιάζουμε - Λουίτζι Πιραντέλλο)

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2008

LOU (presentation)


Σε περίμενα ως τις τρεις. Αναρωτιόμουν που είσαι.(Παύση) Βγήκα κι εγώ. Γύρισα στις δώδεκα. Είδα ένα show με μαγικά. Όχι κουνέλια και τέτοια. Άλλα. (Μικρή παύση) Στην έξοδο, κατάλαβα ότι είχα χάσει τα τσιγάρα μου κι έβαλα τα κλάματα. Ένας κύριος με κουστούμι μου έδωσε το μαντίλι του, ο συνοδός του πρότεινε να πάμε όλοι μαζί για ένα ποτό και πήγαμε. Πήγαμε για ποτό, κι αυτοί οι δύο πίνανε μόνο ανθρακούχο νερό και λεμονάδες. Μιλούσαμε στα αγγλικά γιατί ο συνοδός του κυρίου με το κοστούμι, ήταν Ισπανός. Ο άλλος δεν είπε τι ήταν. Δε μιλούσε πολύ, γέλαγε περισσότερο και το μαντιλάκι του μύριζε κανέλα ή κάτι τέτοιο, δεν κατάλαβα. Του πρότεινα να το κρατήσω για να το πλύνω, γιατί το γέμισα μαυρίλες από το μολύβι των ματιών μου και ντρεπόμουν, όμως αυτός επέμενε όχι. Ο Ισπανός είπε ότι καμιά φορά καπνίζει μαριχουάνα και του είπα για ‘μας. Με κάλεσε σ’ ένα πάρτυ στο ατελιέ ενός φίλου του ζωγράφου και θα πήγαινα, αλλά μετά κοίταξα την ώρα σ’ ένα ρολόι στον τοίχο κι ένοιωσα πολύ κουρασμένη. Έτσι, πήρα ταξί και γύρισα σπίτι: ήθελα να σου μιλήσω, αλλά και πάλι δεν ήσουν εδώ. (μικρή παύση) Φεύγοντας απ’ το μπαρ, μας μοίρασαν γλειφιτζούρια: πολύ αστείο: Έπρεπε να μ’ έβλεπες, μέσα στο ροζ γουνάκι μου, να γλύφω, κατεβαίνοντας την λεωφόρο, ανάμεσα στον κουστουμάτο και το τεκνό.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

Aπόψε Αυτοσχεδιάζουμε - 3




Εγώ θέλω να πετάξω... μόνο και μόνο για να χω τη χαρά να φτύσω από ΄κει πάνω τούτη τη σιχαμερή πολιτεία...
(Απόψε αυτοσχεδιάζουμε - Λουίτζι Πιραντέλο)

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

Άδεια


Παίζω τα κύματα στα δάχτυλά μου, κι όμως, επί το πλείστον, πνίγομαι.
It’s unbelievable.
Πιάνω τη μία άκρη, κι άλλη χάνεται στη γη -σαν ρίζα μου-
και ξαναβγαίνει μίλια μακριά: μια στείρα και κακό-παιγμένη κριτική.
Ως ψευτομάρτυρας μιας ανεδαφικής επικαιρότητας,
τώρα θ’ ανοίξω πάλι τα πλοκάμια μου για να τα ξεσκονίσω:
σαν αφιέρωση σε όσα ξεκινούν χωρίς εμένα μέσα τους,
σε όσα άλλο δεν νανουρίζονται, γιατί μεγάλωσαν και γέρασαν απότομα.

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Αρτούρο Ούι - Πρόβες 3














Στις φωτογραφίες: Ελένη Μακρή, Ντίνος Ποντικόπουλος, Κώστας Γεραντώνης
Σκηνοθεσία: Βασίλης Κανελλόπουλος
Θεατρικός Όμιλος Σχεδία

Τρίτη 13 Μαΐου 2008

χαζούλη


Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

Hungry


Πίσω απ’ τον τοίχο (τοίχος δύο φορές ψηλότερός μου):

Είμαι πεσμένος από αόρατα, αλλεπάλληλα χτυπήματα.
Tα μέλη μου δεν υπακούουν τις εντολές μου για ζωή.
Δεν έχω φαΐ, ούτε νερό, ούτε άχυρα να κοιμηθώ. Έχω μόνο λασπόνερα και πέτρες. Έχω σκιά από αγριόδεντρα ή από σύννεφα και με κρυώνει. Εγώ, που κάποτε τιμήθηκα με το βραβείο της Πολικής Αρκούδας!
Μου λείπουνε τα κύματα. Σε ποιόν; Σε μένα, που κάποτε ήμουν εκείνα τα πουλιά που αρπάζουν τα αφρόψαρα.
Μου λείπει κι η θέα από τις κορυφογραμμές:
να βλέπω κάτω, στα καμώματά σας.
Μου λείπει ένα ζεστό, υγρό φιλί μιας αγοραίας ξανθιάς αγαπημένης
και η ταχυκαρδία μιας αναπάντεχη συνάντησης
με τον παλαιότερο άσπονδο εχθρό μου.
Εδώ μόνο εναλλάξ σκοτάδι – φως. Κι ο καιρός περνάει χωρίς αίμα, χωρίς καυγάδες, χωρίς κέφι. Εδώ δεν έχει κάποιον να τα ρίξω επάνω του. Έχει σκουλήκια και πυγολαμπίδες που ζευγαρώνουν μεταξύ τους,
γεμίζοντας τον τόπο εκτρώματα.
Ούτε ειδήσεις, ούτε ιστορία.
Ούτε πόνος, ούτε γάμος.
Ούτε κουβέντες σκόρπιες.
Ούτε καπνός, ζεστός, να με θεριέψει.
Ακούω εκεί έξω πως,
σέρνετε νωχελικά τα καροτσάκια των μωρών σας,
μετά μουσικής,
με ζηλευτή αλαζονεία.
Και θέλω κι εγώ:
να κάτσω στο τραπέζι σας,
να πιω απ’ τα ποτήρια σας, κρασί σας,
να κυνηγήσουμε μαζί πουλιά,
να τα ξεπουπουλιάσουμε
και να τα βάλουμε στο φούρνο με δαμάσκηνα.
Να είμαστε αγαπημένοι, θέλω.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

Mπαμπούλας


ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ, ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ;
ΜΕ ΜΠΑΜΠΟΥΛΑ ΜΟΙΑΖΕΙ.